
Συνέλευση για το δικαστήριο της επίθεσης στο στέκι – Παρασκευή 18 Ιουλίου 20:00 στο Πολυτεχνείο
“Σήμερα Δευτέρα 30 Ιουνίου στις 7 η ώρα το απόγευμα, ομάδα 20 περίπου ατόμων από τη γνωστή φασιστική γκρούπα της «Χρυσής Αυγής» πραγματοποίησαν επίθεση στο αναρχικό-αντιεξουσιαστικό στέκι Αντίπνοια στα Κάτω Πετράλωνα. Εισβάλλοντας στο στέκι «χαιρέτισαν» φασιστικά φωνάζοντας «με τους χαιρετισμούς της Χρυσής Αυγής», και στη συνέχεια επιτέθηκαν με μαχαίρια σε δύο από τα τέσσερα άτομα που βρίσκονταν εκείνη την ώρα μέσα στο στέκι. Τους τραυμάτισαν στα πόδια και στο κεφάλι και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν όπως ήρθαν, με μηχανές μεγάλου κυβισμού. […]”
Κείμενο του στεκιού την μέρα της επίθεσης
Στις 30 Ιουνίου του 2008 το αναρχικό στέκι Αντίπνοια, στα Κάτω Πετράλωνα, δέχθηκε οργανωμένη επίθεση από 15-20 παρακρατικούς της χρυσής αυγής. Εκείνη την ώρα βρίσκονταν μέσα στο χώρο 4 άτομα που έκαναν μαθήματα Ισπανικών. Το αποτέλεσμα ήταν ο τραυματισμός, με μαχαίρι, δύο συντρόφων, ένας εκ των οποίων σοβαρά. Από την πρώτη στιγμή κιόλας, η αλληλεγγύη μας συγκίνησε, τόσο για την αμεσότητα όσο για τον όγκο της. Τα αντανακλαστικά του κόσμου του κινήματος λειτούργησαν άμεσα και έτσι πρώτη απάντηση δόθηκε την ίδια μέρα. Αργά το βράδυ πραγματοποιήθηκε αυθόρμητη πορεία προς το αστυνομικό τμήμα των Κάτω Πετραλώνων από 300 περίπου άτομα ενώ για αρκετό καιρό τόσο στο στέκι όσο και στο νοσοκομείο (που νοσηλευόταν ο ένας σύντροφος) κόσμος από τη γειτονία και από τον αγώνα εξέφραζε, με κάθε τρόπο, την αλληλεγγύη του.
Αυτή η επίθεση δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής όξυνσης όπως ήταν εκείνη, η δράση παρακρατικών συμμοριών ενάντια σε πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους αυξάνεται (παραδείγματα είναι οι επιθέσεις στο Θερσίτη στο Ίλιον, με εκρηκτικό μηχανισμό, οι εμπρησμοί στη Βίλα Αμαλίας στην Αχαρνών και στο Πραπόπουλο, στο Χαλάνδρι).
Πάγια τακτική του κράτους, σε τέτοιες περιόδους είναι να χρησιμοποιεί τους παρακρατικούς του μηχανισμούς, παράλληλα με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής για να αναχαιτίσει τους αγώνες και να τρομοκρατήσει όσους συμμετέχουν σε αυτούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονταν και οι παραπάνω επιθέσεις. Ενώ ο παρακρατικός ρόλος αυτών των συμμοριών έγκειται και στο γεγονός ότι όλη αυτή η δράση γινόταν με την ανοχή και τη συνεργασία του κράτους, κυρίως μέσα από τις δυνάμεις καταστολής.
Εξόφθαλμα και ενδεικτικά παραδείγματα της αγαστής συνεργασίας τους ήταν η 2 Φλεβάρη του 2008 όπου χρυσαυγίτες (κάποιοι εκ των οποίων και υποψήφιοι) επιτίθονταν, μαζί τις διμοιρίες των ματ, σε αντιφασιστική διαδήλωση όπου και μαχαίρωσαν δύο διαδηλωτές. Το δεύτερο είναι το “πείραμα’’ του Αγ. Παντελεήμονα, όπου η χρυσή αυγή, χρησιμοποιώντας ως προμετωπίδα μια επιτροπή κατοίκων, αποτέλεσε, πάλι σε συνεργασία με την αστυνομία, το επιχειρησιακό κομμάτι στον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό για την εκκαθάριση της περιοχής από τους μετανάστες.
Γυρίζοντας στην υπόθεσή μας, λίγη ώρα μετά την επίθεση στο Αντίπνοια, στην ίδια περιοχή, προσάγονται από την τροχαία δύο φασίστες που επέβαιναν σε μηχανάκι και αφού βρίσκουν πάνω τους δύο μαχαίρια και ένα τσεκούρι, ομολογούν ότι είναι μέλη της χρυσής αυγής και ότι συμμετείχαν στην επίθεση. Πρόκειται για τον Βασίλη Σιατούνη (ο οποίος υπήρξε και υποψήφιος της χ.α. στις προηγούμενες νομαρχιακές εκλογές) και τον Αθανάσιο Στράτο.
Οι κατηγορίες εις βάρος τους είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και από τον Ιούλιο του 2008 ξεκινάει μια διαδικασία στην οποία οι φασίστες ζητάνε συνέχεια αναβολές και αποφεύγουν την παρουσία τους στα δικαστήρια, καθώς εκεί δέχονται την οργή συντρόφων και αγωνιστών και δεν έχουν καμιά δημόσια στήριξη από μεριά του φασιστικού κόμματος.
Επί τρία χρόνια αυτή είναι η κατάσταση, μέχρι που στις 2 Μαΐου του 2011, μέρα που είχε οριστεί η δίκη, βρεθήκαμε αντιμέτωποι στην Ευελπίδων με ένα τάγμα εφόδου πρωτοκλασάτων στελεχών της ηγεσίας της χ.α. (μεταξύ των οποίων οι Λαγός και Κασιδιάρης), που παρ’ ότι δημόσια είχε αποποιηθεί τη σχέση της με το γεγονός, με την παρουσία τους ανέλαβε επί της ουσίας την πολιτική ευθύνη της συγκεκριμένης επίθεσης. Μετά από συμπλοκή τράπηκαν σε φυγή με τη συνοδεία ΜΑΤ και η δίκη έγινε ερήμην τους. Το αποτέλεσμα ήταν η αναβάθμιση του κατηγορητηρίου σε κακουργήματα και η παραπομπή της διαδικασίας στο μεικτό ορκωτό. Από τότε η υπόθεση θάφτηκε, σε μια περίοδο στην οποία γινόταν αβαντάρισμα της χρυσής αυγής σε όλα τα πεδία, συνθήκη που έδωσε καρπό μετά τις εκλογές του 2012.
Ένα χρόνο αργότερα, το Σεπτέμβριο του 2013, έγινε η “ξαφνική’’ δολοφονία του Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτη, συμβάν που έρχεται να χρησιμοποιηθεί, από το κράτος, κατά το δοκούν. Για επικοινωνιακούς λόγους αλλά και ενδοσυστημικούς ανταγωνισμούς (ψηφοθηρία, το κράτος διαχειριστής-εγγυητής της δημοκρατίας και η θεωρία των δύο άκρων), ανακαλύπτεται ο καθεστωτικός “αντιφασισμός’’ και “οι θεσμοί επιτέλους θα κάνουν τα δέοντα’’. Η δικαιοσύνη θα δικάσει, η αστυνομία θα συλλάβει, τα ΜΜΕ θα αποκαλύψουν και ο πολιτικός κόσμος θα απομονώσει!!!
Στο πλαίσιο αυτού του κυνικού πανηγυρισμού όπου συμμετέχουν όσοι έπεσαν από τα σύννεφα, θυμήθηκαν και πάλι την υπόθεσή μας, εντάσσοντάς την στη δικογραφία περί εγκληματικής οργάνωσης, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να μας βάλουν στο παιχνίδι τους σαν χρήσιμα πιόνια. Στα τέλη του περασμένου Νοέμβρη κληθήκαμε στην ανακρίτρια ως μάρτυρες για την εν λόγω υπόθεση. Η παρουσία μας, επομένως ήταν υποχρεωτική, και η θέση μας δεν ήταν μόνο να βγάλουμε λόγο για το φασισμό και το παρακράτος αλλά επίσης να κάνουμε ξεκάθαρο ότι δεν δεχόμαστε να είμαστε κομμάτι του “καθεστωτικού αντιφασισμού”.
Το οικονομικό-πολιτικό σύστημα, δηλαδή ο καπιταλισμός και η δημοκρατία του, ευθύνεται για την ύπαρξη και την υποστήριξη του φασισμού, είτε στη μορφή του παρακράτους είτε στην πιο νομιμοποιημένη μορφή του σαν πολιτικό σχήμα. Μέσα από την συνολική κρίση και θέλοντας να διασφαλίσει την κυριαρχία του, το κράτος τροφοδοτεί τον κοινωνικό κανιβαλισμό, υιοθετεί ακροδεξιά ατζέντα, οξύνει την καταστολή (αναβαθμίζοντας το νομικό του οπλοστάσιο ποινικοποιώντας τους αγώνες, διώκοντας δριμεία τους αγωνιστές, ενισχύοντας την αστυνομία). Έτσι προμόταρε τη χρυσή αυγή όχι μόνο συγκαλύπτοντας τις επιθέσεις αλλά προωθώντας την και σε ιδεολογικό επίπεδο και, εν τέλει, βοηθώντας την μέσα σε δύο χρόνια να ανεδείχθη από την “αφάνεια’’ στο 7%. Οποιαδήποτε ρητορική λοιπόν περί αντιφασισμού, όταν προέρχεται από οποιοδήποτε μηχανισμό του κράτους, δεν μπορεί να μας θολώσει.
Ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό είναι ταυτόχρονα και αγώνας ενάντια στο φασισμό και δίνεται στους δρόμους, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στις σχολές, στο περίγυρό μας. Εμείς οι από τα κάτω, μέσα από τους κοινωνικού- ταξικούς αγώνες στεκόμαστε απέναντι σε ένα πολύπλοκο και ισχυρό σύστημα, που προωθεί τις ανισότητες, την ιεραρχία και τους διαχωρισμούς. Ο κόσμος της ισότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης απέναντι στο κόσμο της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.
Μετά από έξι χρόνια συνολικά, στις 19 Σεπτέμβρη του 2014 θα γίνει το δικαστήριο για την επίθεση στο στέκι . Όπως κάθε στιγμή από τη μέρα της επίθεσης, δεν θεωρούμε ότι αυτή η υπόθεση αφορά μονάχα εμάς. Από τη μία, γιατί αν στο στόχαστρο του παρακράτους τότε μπήκε το στέκι Αντίπνοια και τα πρόσωπα που το στηρίζουν, ήταν γιατί ήταν, είναι και θα είναι ένα από τα πολλά σημεία αναφοράς στον κοινωνικό-ταξικό αγώνα και από την άλλη δεδομένου του περιεχομένου της δίκης και του ρόλου που θέλει το σύστημα να διαδραματίσει ώστε να εξυπηρετήσει τους σχεδιασμού του.
Γι’ αυτό καλούμε σε δημόσια κουβέντα συλλογικότητες και άτομα του αναρχικού- αντιεξουσιαστικού χώρου,την Παρασκευή 18 Ιουλίου στις 20:00 στο Πολυτεχνείο προκειμένου να οργανώσουμε την παρουσία μας στα δικαστήρια, να καθορίσουμε τους όρους με βάση τους οποίους χρησιμοποιούμε τους θεσμούς ώστε να διασφαλίσουμε πως δεν θα γίνει πεδίο σπέκουλας του κράτους, της καθεστωτικής αριστεράς και βορά στα κοράκια της δημοσιογραφίας και να αναδείξουμε τη στάση μας απέναντι στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Γιατί ο αγώνας μας δεν ξεκινά ούτε τελειώνει στις δικαστικές αίθουσες της αστικής δικαιοσύνης. Αντίθετα χτίζεται, παλεύεται, ομορφαίνει και χειραφετείται στις δομές αλληλεγγύης, ισότητας και ελευθερίας.
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ ΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ.
Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΤΣΑΚΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Για την Εργατική Πρωτομαγιά
Το Σικάγο στα τέλη του 19ου αιώνα αποτελούσε σημείο αναφοράς για το ταξικό, επαναστατικό κίνημα. Η συγκέντρωση μεταναστών από την Ευρώπη κα η ανάπτυξη της βιομηχανίας σε συνδυασμό με την παρουσία ηγετικών μορφών του συνδικαλιστικού και αναρχικού κινήματος δημιούργησαν μια εκρηκτική συνθήκη. Οι απεργίες, οι συγκρούσεις, οι επιθέσεις της αστυνομίας στους απεργούς, οι μισθωμένοι μπράβοι από τους βιομηχάνους και οι απαντήσεις από την πλευρά των εργατών αποτελούσαν συνηθισμένα επεισόδια στον ταξικό πόλεμο που διεξαγόταν καθημερινά με όλο και πιο σκληρούς όρους. Η υπεροψία των βιομηχάνων είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόλυτους άρχοντες στην ίδια τη ζωή των μισθωτών (πλέον) σκλάβων τους. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης αποτελεί η άρνησή τους να εφαρμόσουν την απόφαση του νομοθετικού σώματος από το 1867 για οχτάωρη εργασία.
Σε μια τέτοια συνθήκη λοιπόν γινόταν ξεκάθαρη, με τον πιο διαυγή τρόπο, η αυταπάτη επίλυσης των προβλημάτων μέσω των θεσμικών οδών ενώ και οι προσπάθειες των γραφειοκρατών συνδικαλιστών για διαμεσολάβηση και μονομερή κατάπαυση των εχθροπραξιών έπεφταν στο κενό. Με αποτέλεσμα το σύνολο των εργατών να συνειδητοποιήσει πως η υπεράσπιση των συμφερόντων τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την υιοθέτηση πραγματικά ριζοσπαστικών πρακτικών, με τη διεξαγωγή ακυδεμόνευτών αγώνων αλλά και μέσω της σύνδεσης ενός επιμέρους αιτήματος, όπως ήταν το αίτημα για 8ωρη εργασία, με το συνολικό όραμα ανατροπής του καπιταλισμού.
Οι αναρχικοί είχαν έντονη παρουσία και βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή όχι μόνο στους αγώνες αλλά στην οργάνωση των σωματείων. Σαφώς δεν ήταν μόνο αυτοί, οι οποίοι πλήρωσαν τη συμμετοχή τους στην εξέγερση του Σικάγο. Όμως δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι συλληφθέντες ήταν αναρχικοί μιας και αυτοί υπήρξαν το κομμάτι εκείνο των εξεγερμένων, το οποίο εκτός από τα μερικά αιτήματα πρότασσε τη βίαιη πάλη αλλά και τη σύνδεση των μερικών αιτημάτων με τον τελικό σκοπό, που δεν ήταν άλλος από την κοινωνική απελευθέρωση.
Έτσι, οι καταπιεστές επέλεξαν να καταδικάσουν τους οκτώ (Σπάιζ, Φήλντεν, Σουώμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελς. Λούις Λινγκ, Όσκαρ Νημπ, Πάρσονς), προς παραδειγματισμό των υπόλοιπων αγωνιστών, αλλά ταυτόχρονα υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν σταδιακά στα μερικά αιτήματα των εργατών, ώστε να αποφύγουν την επανάληψη γεγονότων σαν αυτά της Πρωτομαγιάς του 1886. Χαρακτηριστική είναι η αγόρευση του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ: “Δικάζεται ο Νόμος. Δικάζεται η Αναρχία. Οι άνθρωποι αυτοί διαλέχτηκαν από τους ενόρκους και θεωρήθηκαν ένοχοι γιατί ήταν ηγέτες. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ’ ότι οι χιλιάδες που τους ακολουθούν. Κύριοι ένορκοι, καταδικάστε τους, κάντε τους παράδειγμα προς αποφυγήν, κρεμάστε τους και θα σώσετε τους θεσμούς μας, την κοινωνία μας”.
Διαβάζοντας κανείς τα γεγονότα που είχαν σαν αποτέλεσμα να κερδηθεί ο αγώνας για το 8ωρο αλλά και να καθιερωθεί η 1η Μάη ως μέρα μνήμης για την εργατική τάξη αντιλαμβάνεται πως τα συμπεράσματα που βγαίνουν εξακολουθούν και παραμένουν επίκαιρα. 128 χρόνια μετά βρισκόμαστε στο σημείο μια διαρκούς υποχώρησης από την πλευρά μας. Ο απονευρωμένος, βολεμένος, συντεχνιακός και πολλές φορές φιλοεργοδοτικός συνδικαλισμός αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος για να επιτεθούν τα αφεντικά με όλες τους τις δυνάμεις. Ιδιαίτερα στην ελληνική καπιταλιστική πραγματικότητα, ακόμα και το 8ωρο θεωρείται παρελθούσα συνθήκη. Η ανεργία καλπάζει και στην πραγματικότητα ξεπερνάει το ¼ του εργατικού δυναμικού, ο επισφαλώς εργαζόμενος με τα ελαστικά ωράρια, την ανασφάλιστη εργασία και τη διαρκή απειλή της απόλυσης είναι η πλέον κλασική φιγούρα της εργατικής τάξης, και την ίδια στιγμή μισθοί, συντάξεις, επιδόματα και άδειες πετσοκόβονται με ταχείς ρυθμούς.
Η ανάγκη συνολικής αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού συστήματος κάνει πλέον περιττό το διαμεσολαβητικό ρόλο των γραφειοκρατών συνδικαλιστών και κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αίμα χάνονται καθημερινά. Το τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο των συνδικάτων, η ΓΣΣΕ δηλαδή, υπάρχει μονάχα για να δικαιολογεί την ύπαρξη των πιο πρόσφατων μοντέλων εκμετάλλευσης που έχουν δημιουργηθεί, αυτά των επισφαλών, ενοικιαζόμενων και «ωφελούμενων», υπογράφοντας πολλές φορές συμβάσεις με εργολάβους ως άλλος εργοδότης. Τα Εργατικά Κέντρα παίζουν διακοσμητικό ρόλο ενώ τα πρωτοβάθμια σωματεία, στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν μετατραπεί σε σωματεία-σφραγίδες. Όπως είναι προφανές, ο απονεκρωμένος συνδικαλισμός δεν μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα αλλά αντιθέτως ο σφετερισμός της έννοιας του συνδικαλισμού από τους γραφειοκράτες εργατοπατέρες απογοητεύει και απομακρύνει τους εργαζόμενους από την προοπτική να οργανωθούν. Σε αντιδιαστολή με τις εθιμοτυπικές απεργίες και με τα παζάρια που κάνουν οι εργατοπατέρες υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου συλλογικότητες από ένα ευρύ φάσμα του ανταγωνιστικού κινήματος συναντιούνται και συνδιοργανώνουν κινήσεις επιθετικές προς το κράτος και τα αφεντικά. Όλο και πιο συχνά οι από τα κάτω διεξάγουν μάχες με όρους νίκης και καταφέρνουν να αναγκάσουν τα αφεντικά σε υποχώρηση. Αγώνες που δώθηκαν στο χώρο του βιβλίου, στον κλάδο των courier, του επισητισμού, στα τηλεφωνικά κέντρα αλλά και στα προγράμματα της περίφημης πλέον “κοινωφελούς εργασίας” εμπνέουν και δείχνουν το δρόμο για την όξυνση του ταξικού πολέμου από την πλευρά μας. Η μακρά διάρκεια και η ανυποχώρητη στάση χαρακτηρίζουν πλέον τους αγώνες που δίνονται, τα παραδείγματα των απολυμένων στα Metropolis, η αντιπαράθεση με την ACS courier, η μάχη που δίνουν οι καθαρίστριες έξω από το υπουργείο οικονομικών και η σύγκρουση που διεξάγεται για την υπεράσπιση του δικαιώματος στην κυριακάτικη αργία αποδεικνύουν πως απέναντι στο συνδικαλισμό της γραφειοκρατίας και της διαχείρισης αναπτύσεται διαρκώς ένα συνδικαλιστικό κίνημα βάσης ενώ ταυτόγχρονα η ταξική σύγκρουση αποκτά όλο και πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Για εμάς, ως αναρχικοί, ο ταξικός πόλεμος διεξάγεται σε κάθε πεδίο της ζωής μας και πρέπει να τον οξύνουμε διαρκώς. προτάσσουμε τη ρήξη απέναντι
σε κάθε λογική χειραγώγησης, την αντίσταση και το σαμποτάζ στους σχεδιασμούς του κράτους και των αφεντικών, την αλληλεγγύη των ντόπιων και ξένων προλετάριων, εργατών και ανέργων. Κόντρα στην εξατομίκευση που προωθεί τη συναίνεση στα σχέδια των αφεντικών προτάσσουμε την αυτοοργάνωση των αντιστάσεων μέσα στους χώρους δουλειάς, σε κάθε κοινωνικό χώρο, στους δρόμους…









