Θα μπορούσε να θεωρηθεί καθαρά τεχνητή η προσπάθεια να απομονωθεί ο ρόλος των γυναικών σε μια σειρά ιστορικών γεγονότων. Ωστόσο υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο η προσπάθεια αυτή πρέπει να γίνεται. Και ο λόγος είναι ότι οι ιστορικοί όταν γράφουν είτε για « ανθρώπους» είτε για «εργάτες» δεν αναφέρονται στις γυναίκες, τουλάχιστον στην ίδια έκταση με τους άντρες.

Μέσα σ’ έναν εχθρικό, πατριαρχικό κόσμο, η γυναικεία συνείδηση αιωρούμενη ξεκομμένη από τις ρίζες της, αναζητά απεγνωσμένα εκείνο που αποτέλεσε πάντα το πιο δυνατό κίνητρο των καταπιεσμένων: την πεποίθηση ότι η μοίρα τους δεν είναι απόρροια της φυσικής αναλλοίωτης τάξης των πραγμάτων, αλλά μια ιστορικά καθορισμένη κατάσταση που μπορεί να αλλάξει με την συνειδητή επέμβαση των ανθρώπων. Αλλά η ανθρώπινη ιστορία, στην οποία οι γυναίκες ψάχνουν να θεμελιώσουν μια τέτοια πεποίθηση, είναι η ιστορία των αντρών ή, στην καλύτερη περίπτωση, η ιστορία της ταξικής καταπίεσης -ποτέ όμως της έμφυλης. Η δική τους ιστορία δεν είναι γραμμένη. Η δική τους ιστορία δεν θα υπάρξει αν δεν την φέρουν οι ίδιες στο φώς.

Συνειδητές ή ασυνείδητες, συστηματικές η μη οι σιωπές της ελληνικής ιστοριογραφίας έρχονται να βυθίσουν σε ακόμη μεγαλύτερη ανυπαρξία ένα παρελθόν πολλαπλά συσκοτισμένο, που δεν στάθηκε δυνατό να χαραχθεί στέρεα στην συλλογική μνήμη των γυναικών. Ωστόσο σ’ όλους τους κοινωνικούς αγώνες οι γυναίκες συμμετείχαν στον ίδιο βαθμό με τους άντρες, τόσο από δυναμική άποψη όσο και από αριθμητική.

Σε εποχές εντεινόμενων αλλαγών και ειδικά σε περιόδους πολέμου ή επαναστάσεων οι γυναίκες γενικά εκπληρώνουν νέους ρόλους, απαιτώντας μια καινούργια αντίληψη για τον εαυτό τους και επιβάλλοντας αλλαγές στην αντίληψη της κοινωνίας γι’ αυτές. Η επάνοδος στην «ομαλότητα» συνήθως επαναφέρει  τις γυναίκες στην ίδια κατάσταση που επικρατούσε προηγούμενα είτε σε μια παρόμοια. Η έμπρακτη απόδειξη του τι μπορούν οι γυναίκες να κατορθώσουν έχει εντελώς ξεχαστεί και αυτός είναι  ένας απ’ τους λόγους καταγραφής και ανάλυσης τέτοιων περιόδων. Σ’ αυτό τον σκοπό συμβάλλουν και οι ταινίες-ντοκυμαντέρ της Αλίντα Δημητρίου, αναδεικνύοντας την γνωστή , αλλά  υποτιμημένη εν πολλοίς, συμμετοχή των γυναικών στην σύγχρονη πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας.

Το 1940 οι γυναίκες ξεπερνώντας τους παραδοσιακούς ρόλους συμμετείχαν ενεργά τόσο στην αντίσταση κατά της Γερμανικής κατοχής όσο και στον Δ.Σ[1]. Ωστόσο ο αγώνας της γυναίκας  ήταν διττός. Από τη μία, έχοντας σύμμαχό της τον άντρα, αγωνίστηκε ενάντια στο φασισμό για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη. Από την άλλη αγωνίστηκε για να αποδείξει την δική της αξία (πράγμα αυτονόητο για τον άντρα) ετεροκαθοριζόμενη, όμως, από τα ανδρικά πρότυπα. Και σε αυτόν τον αγώνα η γυναίκα ήταν μόνη της. Παρόλα αυτά η αντιστασιακή δράση αποτέλεσε, για τις Ελληνίδες, μια συνολικότερη ευκαιρία για την κοινωνική τους συνειδητοποίηση και την απελευθέρωση.

Η γυναικεία συμβολή στην αντιφασιστική δράση, πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών αγώνων, είναι τόσο σημαντική και τόσο μαζική. Η σκλάβα και αγνοημένη μέχρι τότε Ελληνίδα μπήκε στον αγώνα φέρνοντας σ’ αυτόν όλη την πνιγμένη από χρόνια έφεση, δύναμη και ορμή. Συμμετείχε σ’ όλους τους τομείς και τα μέτωπα του αγώνα, έγινε το μισό και πάνω απ’ τις ζωντανές και μαχόμενες λαϊκές δυνάμεις, πάλεψε και αναδείχθηκε ισάξια με τον άντρα μαχήτρια και καθοδηγήτρια απ’ την Ε.Α[2] και την ΕΠΟΝ[3]  μέχρι το ΕΑΜ[4], τον ΕΛΑΣ[5]  και τον Δ.Σ

Τον Νοέμβρη του 1941 μαζί με τους πρώτους νεκρούς, απ’ την πείνα στους δρόμους της Αθήνας, πέντε γυναίκες, από τις ανατολικές συνοικίες, συναντιούνται σε κάποιο σπίτι της οδού Φορμίωνος και μυούνται στο ΕΑΜ από την Ηλέκτρα Αποστόλου[6]. Αυτή ήταν η αρχή. Από εκεί και ύστερα μεγάλωσε και άρχισε να γράφεται το γυναικείο έπος της Αντίστασης. Όλα αυτά τα χρόνια οι γυναίκες έδωσαν στον αγώνα αυτόν τα πάντα. Θυσίασαν επάγγελμα, υπάρχοντα, την υγεία, τα παιδιά τους και την ζωή τους. Κορίτσια απ’ τα θρανία, μέσα στα ιδανικά της ΕΠΟΝ και αγρότισσες, γιαγιάδες κάτω απ’ τα συνθήματα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατάφεραν απίστευτα πράγματα. Τις βρίσκουμε ζωσμένες  στα  άρματα να πολεμούν στα βουνά. Κύματα κοριτσιών στις διαδηλώσεις καλύπτουν τα τάνκς. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα γαζώνουν τα στήθη τους και αυτές φωνάζουν: Ζήτω η λευτεριά. Κουβαλούν τα αντάρτικα πολεμοφόδια στα απάτητα ρουμάνια. Γυναίκες που σκίζανε το μοναδικό τους πουκάμισο και το κάνανε σημαία. Γυναίκες που κουβαλούσανε τον παράνομο τύπο στο στήθος τους. Και εκείνες,  οι κινητοποιήσεις των γιαγιάδων, όταν «συντεταγμένες» απαιτούσαν απ’ τους δολοφόνους ψωμί για τα εγγόνια τους. Με επιτροπές και υπομνήματα στο χέρι κατέβαιναν ορμητικές τραντάζοντας τις πόρτες στις γερμανικές κομαντατούρες. Τις βρίσκουμε λοχαγούς, πολιτικούς καθοδηγητές και μέλη της Κυβέρνησης του βουνού (Μαρία Σβώλου, Μαυροειδή, Χατζηβασιλείου, Φιλιπίδου).

Η παρουσία της γυναίκας αγρότισσας είναι ένα απ’ τα θαύματα, που σπάνια έγραψε γυναίκα σε άλλη χώρα, και της αξίζει ιδιαίτερη μνεία. Και η πιο οπισθοδρομική και υποταγμένη αγρότισσα στον δρόμο του αγώνα, ανακάλυψε πως μπορεί να κουμαντάρει όχι μόνο τον εαυτό της μα και το σπιτικό και το χωριό της και την λευτεριά ολόκληρης της χώρας.

Μια εικόνα του αγώνα τους δίνεται στην πρώτη Πανθεσσαλική Σύσκεψη Γυναικών στις 29/7/44 στον Ίταμο. Σ’ αυτήν πήραν μέρος, εκτός από τις εκατοντάδες άλλες προσκεκλημένες και μη γυναίκες, 125 γυναίκες – αντιπρόσωποι όλων των οργανώσεων. Στην εφημερίδα «Θύελα» το γυναικείο όργανο του Πανθεσσαλικού αγώνα της 9/8/44 διαβάζουμε: «Ήταν συγκινητικό να βλέπεις να καταφθάνουν γυναίκες απ’ όλα τα στρώματα κι όλες τις ηλικίες, γριές, νιές, αγρότισσες, ηλικιωμένες και ξυπόλητες, εργάτριες με ροζιάρικα χέρια, μαθήτριες και επιστημόνισσες, νοικοκυρές ,χωριάτισσες, που ως εχθές ακόμα άβουλες ,δεν λογάριασαν ούτε τον κίνδυνο, ούτε τις μεγάλες πορείες, ούτε την κούραση και τις άλλες στερήσεις. Ήρθαν μ’ έναν φλογερό ενθουσιασμό τραγουδώντας επαναστατικά τραγούδια. Περπάτησαν νύχτα – μέρα ,4-5 μέρες, πέρασαν από εχθρικές γραμμές και γερμανικά φυλάκια, για να ‘ρθουν να μιλήσουν, να ακούσουν…». Η γραμματέας της Πανθεσσαλικής επιτροπής ΕΑΜ Γυναικών, Μαρία Καραγιώργου είπε στον λόγο της: «Το γυναικείο κίνημα αρχίζει να φουντώνει στην Θεσσαλία από το καλοκαίρι του 1943. Και εκεί που περιόριζε τον ρόλο του σε βοηθητικό , τώρα ήρθε στο ίδιο επίπεδο με το υπόλοιπο λαϊκό κίνημα. 101.000 είναι οι οργανωμένες γυναίκες σε σύνολο 274.000 ,δηλ. 37%.»

Απ’ τις ομιλίες των αντιπροσώπων για την δραστηριότητα των γυναικών κατά περιοχές ενδεικτικά αναφέρουμε:

Αγιά: Με αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις κατόρθωσαν οι γυναίκες να ιδρύσουν, σ’ όλα τα χωριά,  λαϊκά ιατρεία, φαρμακεία, βρεφικούς σταθμούς, παιδικά συσσίτια. Στις 31/5 πάνω από 600 γυναίκες της περιοχής μαζί με άλλες 700 από τα  χωριά του Τυρνάβου κατεβαίνουν στη Λάρισα απαιτώντας την διάλυση των προδοτικών οργανώσεων. Στην  μάχη της Μαρμάριανης  εφεδροελασίτισες αχρήστευσαν μοτοσυκλέτες, πήραν χειροβομβίδες και σκότωσαν έναν Γερμανό αρπάζοντας ένα γερμανικό οπλοπολυβόλο.

Βόλος: Στην πρόνοια, στη αλληλεγγύη, στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, στην διαφώτιση, παντού δουλεύουν δραστήρια οι Βολιώτισσες.

Ελασσόνα: Στις 24/4 γίνεται κινητοποίηση των γυναικών από όλα τα χωριά και στην Ελασσόνα μπαίνουν θριαμβευτικά πάνω από 1000. Οι Γερμανοί ξαφνιάζονται, ενώ ο Φρούραρχος αναγκάζεται να πάει στην πλατεία να τις ακούσει.

Στην Βαρδικούσια οι Γερμανοί ρίχνουν στην φωτιά πέντε γυναίκες  και τις καίνε ζωντανές γιατί δεν ήθελαν να μαρτυρήσουν. Άλλες πέντε ρίχνουν στα νερά του μύλου και τις βασανίζουν, αλλά καμία δεν μίλησε.

Καλαμπάκα: Στον ΕΛΑΣ προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες συνδέσμων ή στα τηλέφωνα, στο καραούλι και αλλού. Στις μάχες παίρνουν μέρος όλες οι εφεδροελασίτισες και διακρίνονται για το θάρρος τους.

Καρδίτσα: Πεντακόσιες Καραγκούνες διαδηλώνουν κατά της τρομοκρατίας. Έχουν πλούσια κοινωνική πρόνοια, ιατρεία, νοσοκομεία, λαϊκά φαρμακεία. Οι Καρδιτσιώτισσες συμμετέχουν ενεργά στην αυτοδιοίκηση. Είκοσι γυναίκες έχουν εκλεγεί στην επαρχία. Στο δικαστικό οι γυναίκες τα καταφέρνουν περίφημα και γι’ αυτό τις ειδοποιούν σε κάθε συνεδρίαση.

Λάρισα : Στις 24/4 1200 αγανακτισμένες αγρότισσες του κάμπου διαδηλώνουν μπροστά στον νομάρχη και τις γερμανικές αρχές και απαιτούν να σταματήσει η τρομοκρατία. Οι επονίτισες και εφεδροελασίτισες  χρησιμοποιούνται σαν σύνδεσμοι αλλά  και στο μοίρασμα προκηρύξεων ενώ την νύχτα μετέχουν σε επιχειρήσεις, ανταλλάσοντας πυροβολισμούς με γερμανούς και εασαδίτες[7].

Πόρτα : Όταν πήγαν οι εασαδίτες και μάζεψαν όλα τα γελάδια, οι γυναίκες συγκεντρώθηκαν με ξύλα και με ρόπαλα και πήγαν και τα πήραν πίσω.

Τρίκαλα: Με διαδοχικές κινητοποιήσεις και απεργίες οι υφάντριες επιτυχαίνουν αύξηση του μεροκάματου. Εκδίδουν εφημερίδες, οργανώνουν μαθήματα πρώτης βοήθειας, λειτουργούν σπίτια πολιτισμού και μόρφωσης. Στην περιοχή Ζάρκου περιφέρονται σαν αμαζόνες στ’ άλογα επιτελώντας αποστολές του ΕΛΑΣ.

Οι γυναίκες της Θεσσαλίας έπαιξαν τεράστιο ρόλο σ’ όλους τους τομείς του κινήματος. Εκατοντάδες γυναίκες είναι μέλη στις επιτροπές Αυτοδιοίκησης ή στα Λαϊκά Δικαστήρια. Σε κανένα τομέα της ζωής δεν γίνεται πιο αισθητή η κοσμογονική μεταβολή που βλέπουμε στη Θεσσαλία όσο στις γυναίκες. Η συμμετοχή τους γίνεται όλο και πιο ενεργητική, πιο αυτόβουλη και πιο ανεξάρτητη από τους άντρες.

Αλλά  και στον Δ.Σ η γυναικεία συμμετοχή έφτασε, σε πολλές περιπτώσεις,  και το 30% της σύνθεσης των μονάδων. Αν και ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών ήταν πολύ μικρότερος, απ’ τον αντίστοιχο των ανδρών, απ’ την πλευρά της μαχητικής απόδοσης οι μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού, που περιλάμβαναν γυναίκες δεν υπολείπονταν των άλλων σε μαχητικότητα και στρατιωτική αξία. Οι γυναίκες, χιλιάδες Ηλέκτρες, Σταθοπούλες[8] και «Ξανθούλες»[9], που έπεσαν κάτω απ’ τις ερπύστριες των γερμανικών τανκς και τα πιστόλια των Γερμανών ή υπέστησαν διώξεις, βασανισμούς εξορίες και εκτελέσεις από τους έλληνες φασίστες μετά την απελευθέρωση, έδωσαν το αίμα τους και πάλεψαν για μια ζωή ελεύθερη και αξιοπρεπή, για μία κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης. Συνέχεια αυτών των αγώνων είναι και οι αγώνες, που έδωσαν οι γυναίκες και κατά την διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας. Οι πιο πολλές νέες κοπέλες, Λαμπράκισσες[10] πριν  την χούντα, ή νεώτερες αγωνίστηκαν, πιάστηκαν, βασανίστηκαν, δικάστηκαν, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν σε διάφορες περιόδους της φασιστικής δικτατορίας. Μέσα στη δικτατορία, γεννήθηκε μια άλλη φουρνιά γυναικών, που -κατά πλειονότητα- στελέχωσαν το φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Νέες αγωνίστριες, που συμμετείχαν σε όλες τις αντιστασιακές δράσεις, μοίραζαν προκηρύξεις, έβαζαν βόμβες, συμμετείχαν στις παράνομες διαδηλώσεις, στην κατάληψη της νομικής και του πολυτεχνείου και στελέχωσαν τις αντιστασιακές, παράνομες οργανώσεις.

Τις γυναίκες αυτές, όπως και τις γυναίκες της Αντίστασης, τις χαρακτηρίζει το ίδιο πείσμα, η ίδια πίστη, το ίδιο ήθος για τον αγώνα που έκαναν και δεν λύγισαν. Οι αγώνες τους μας θυμίζουν ότι τα χρόνια, που τη χώρα πλάκωνε η φοβέρα, υπήρξαν άνθρωποι, που δεν υποχώρησαν, δεν συνθηκολόγησαν,  πού «χαράμισαν» την ζωή τους επειδή δεν ανέχονταν να κοιτάζουν χαμηλά. Γυναίκες απλές, καθημερινές, που ζούσαν και ζουν δίπλα μας, απέδειξαν ότι είναι οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες αυτές που οδηγούν τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες σε ηρωικές πράξεις.

Παρόλο που στην αντίσταση ’40  – ‘44 οι γυναίκες έπαιξαν σημαντικό ρόλο, η ήττα και οι διώξεις που ακολούθησαν στάθηκαν εμπόδιο στο να αποτελέσει, αυτή η συμμετοχή, την κινητήρια δύναμή ριζικών αλλαγών για τη θέσης της γυναίκας στην κοινωνία.Αντιθέτως το γυναικείο κίνημα, μετά την μεταπολίτευση, μπαίνει σε νέα φάση και εμφανίζεται ιδιαίτερα δυναμικό ενώ συνδέεται με τις γενικότερες οικονομικοκοινωνικές διεκδικήσεις και αποκτά πολιτικό χαρακτήρα. Ενδεικτικά αναφέρουμε, τις μεγάλες κινητοποιήσεις σε κλάδους με βασικό γυναικείο δυναμικό όπως μαίες, νοσηλεύτριες, εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας.Το κίνημα αυτό, εμπνευσμένο από τα προτάγματα του Μάη του’68, παίρνει αυτόνομη φεμινιστική διάσταση. Δημιουργούνται ομάδες αυτογνωσίας και δράσεις, που λειτουργούν έξω από τα κόμματα  και που συγκροτούνται γύρω από μια φεμινιστική προβληματική με την ευρεία έννοια. Αναπτύχθηκε πλούσια και πολυσχιδής έντυπη παραγωγή (Σκούπα, Σφίγγα, Πόλη γυναικών, Λάβρυς, Λόγια κλπ). Οι πρωτοβουλίες που παίρνονταν ήταν καινοτόμες και σφραγίζονταν από κέφι και ενθουσιασμό. Οι διαδηλώσεις για τις γυναικείες διεκδικήσεις ήταν πολυπληθής, μαχητικές και πολλές φορές έρχονταν αντιμέτωπες με τα ΜΑΤ και τα δακρυγόνα. Μέσω της φεμινιστικής προσέγγισης του «γυναικείου ζητήματος» ασκήθηκε κριτική στις πατριαρχικές δομές και αναδείχθηκε, δημόσια,  η θέση ότι η γυναικεία υποτέλεια δεν αποτελεί αναπόφευκτη μοίρα των γυναικών, αλλά είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης εξουσιαστικής κουλτούρας και μιας  θεσμοθετημένης κοινωνικής ιεράρχησης. Η υποχώρηση του γενικότερου λαϊκού κινήματος, έφερε και την υποχώρηση του γυναικείου. Οι αγώνες των γυναικών ξεχάστηκαν. Παρόλες τις θεσμικές κατακτήσεις αυτών των αγώνων, η γυναίκα σήμερα εξακολουθεί να παραμένει δέσμια του ρόλου που η πατριαρχική κοινωνία της επιβάλλει. Για την ιστορία οι γυναίκες είναι παρούσες μόνο όταν οι αγώνες τους υποτάσσονται σε προτεραιότητες άλλων κι όταν οι ιδιαίτερες διεκδικήσεις τους παύουν να διατηρούν και την παραμικρή αυτονομία. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι καταδικασμένες στην ιστορική λήθη. 

Η απελευθέρωση της γυναίκας είναι ζήτημα του αγώνα, που θα πρέπει, πρωτίστως, οι ίδιες οι γυναίκες να δώσουν γιατί «η λευτεριά δεν χαρίζεται κατακτιέται». Ωστόσο επειδή πραγματική επικοινωνία, μεταξύ των ανθρώπων, μπορεί να ευδοκιμήσει  μόνο σε μια κοινωνία, που το οικοδόμημα των αλλοτριωμένων και διαστρεβλωμένων αντιλήψεων  έχει καταρρεύσει, οι συγκρούσεις (συλλογικές και ατομικές) ενάντια στις κυρίαρχες ιδεολογίες, που προωθούν την διαίρεση, θα πρέπει να γίνουν και από τις γυναίκες και από τους άντρες.

Απ’ όλα τα ερωτήματα και διακυβεύματα των σημερινών καιρών, το πιο σημαντικό είναι η αδήριτη ανάγκη να μην υποκύψουμε στις δυσκολίες, να μην τσακιστούμε από την πίεση, που δημιουργεί η κοινωνική οπισθοδρόμηση. Να υπερισχύσει το πνεύμα της αντίστασης και όχι της μεμψιμοιρίας και της υποταγής. Τα διλήμματα αυτά ξαναμπήκαν αρκετές φορές, με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικές καμπές της νεοελληνικής ιστορίας. Οι γυναίκες, διχασμένες, κατακερματισμένες, ευάλωτες, βλέπουν ότι η επιβίωσή τους εξαρτάται από την αντίσταση. Την αντίσταση που πρέπει να προβάλλουν κάθε μέρα, κάθε ώρα στον παλιό τρόπο ζωής. Οι ίδιες θα έχουν τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι αναλώθηκαν και λαμπάδιασαν για να φωτίσει ό δρόμος των νεώτερων. Γιατί η αντίσταση, πέρα από όρους νίκης ή ήττας, αφήνει πάντοτε τα χνάρια της που οδηγούν τις νέες γενιές των ανθρώπων. Οι σημερινές συνθήκες μας καλούν να εμπνευστούμε από το παρελθόν, απ’ τους αγώνες και τα οράματα εκείνων των γυναικών για να μπορέσουμε να δώσουμε τους δικούς μας αγώνες. Γιατί λαοί χωρίς μνήμη είναι λαοί χωρίς μέλλον. Λαοί χωρίς γνώση είναι λαοί που δεν γράφουν ιστορία. Τους υπαγορεύουν την μοίρα τους, τους ευνουχίζουν, για να μπορούν οι κυρίαρχοι να γράφουν την ιστορία απ’ την δική τους σκοπιά.

 

 Πηγές:

 • Η Θεσσαλία στην αντίσταση, Λαζ. Αρσενίου. Εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΠΕ 1977

 

• Η εποποιϊα της εθνικής αντίστασης, Κ. Μπίρκα. Εκδόσεις ΑΚΜΩΝ 1960

• Στο περιθώριο της ιστορίας, Σίλα Ρόουμποθαμ. Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ 1984

• Συνέντευξη Αλίντας Δημητρίου

• Άπαντα -χρονικά Μέλπω Αξιώτη


    

[1]   Δημοκρατικός Στρατός, προσκείμενος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ιδρύεται κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 49)

[2]   Εθνική Αλληλεγγύη. Αντιστασιακή Οργάνωση της Αθήνας. Ιδρύεται το Μάη του 1941

[3]   Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων. Οργάνωση νέων που ιδρύθηκε κατά την διάρκεια της Κατοχής και στο ΕΑΜ

[4]   Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο     

[5]   Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός. Το στρατιωτικό τμήμα του ΕΑΜ

 [6]   Σπουδαία αγωνίστρια. Μέλος του ΚΚΕ. Συνελήφθη από του Γερμανούς, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε.

 [7]   Εασαδ, φασιστική – παρακρατική οργάνωση που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς.

 [8]   Παναγιώτα Σταθοπούλου. Νεαρή Επονητισσα. Σε συλλαλη  τήριο που έγινε στην Αθήνα τον Ιούλη 1944 ενάντια στην κάθοδο των Βουλγάρων στη Μακεδονία, μπροστά στα γερμανικά τανκς όρθωσε, μαζί με άλλους νεολαίους το ανάστημά της. Το τανκ πέρασε από πάνω της και την παρέσυρε μαζι άλλα παιδιά.  

[9]   Ψευδόνυμο αγωνίστριας.

[10]   Η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη υπήρξε η συνέχεια ενδυνάμωσης και δράσης της ελληνικής αριστερής νεολαίας. Θεωρείται πρόγονος της πολιτικής νεολαίας Ρήγας Φεραίος.